Σάββατο 9 Αυγούστου 2014

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ


https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgiu5djNNcCstjYanRHnj6AXV4ozPdUwp_vUzuehha9tagmUAf2b5ejs5sY_BXHm6_aFXxkqS7wrK8Q_8vXhSKsKh0LNkBCZgEBOPqjaDVjegQzSVMkq9WTuFj52smT0B8-BHn-0euNUFgy/s1600/anthologia.jpg

Πρόλογος του Γιάννη Η. Παππά στην ανθολογία Επειδή σ'αγάπησα και σ' αγαπώ ακόμη (εκδόσεις Μεταίχμιο)
Στην ερώτηση τι είναι έρωτας, και αγάπη, έχουν δοθεί οι πιο διαφορετικές απαντήσεις. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι είναι ο έρωτας. Ο καθένας τον βλέπει από την προσωπική του ματιά και δίνει την δική του ερμηνεία. Παραθέτω κάποιες ενδεικτικές αναφορές:
Έρωτας δεν είναι «αυτό ή εκείνο. Είναι αυτό εκείνου και εκείνο αυτού, ο πόλεμος και η ειρήνη, το οιονεί άφατον, η άγρια ηρεμία, η ήρεμη αγριότητα. (Ηράκλειτος)
Η ζωή είναι ένα λουλούδι και ο έρωτας το μέλι του.Ουγκώ

Ο έρωτας μοιάζει με τον αέρα. Δεν ξέρουμε ποτέ από που μπορεί να μας έρθει.Μπαλζάκ

Έρως, ο μη ορισμός! Της φύσεως ο Θεός. Η γλυκύτερη πικρία , η πικρότερη γλυκύτης(Τζιάκομο Καζανόβα)

Ο έρωτας είναι ένα εξαίσιο λουλούδι, που όμως πρέπει να έχεις το θάρρος να πας να το κόψεις στην άκρη ενός φοβερού γκρεμού.Σταντάλ
H αγάπη είναι μία ευτυχία που τρέμει. ( Ομάρ Καγιάμ, Περσία)
H αγάπη φωτίζει με τη λάμψη του παραμυθιού την καθημερινότητα. (Σέλλευ)

Αγαπώ θα πει ΧΑΝΟΜΑΙ.(Ν. Καζαντζάκης )

Μπορεί ο καθένας να δίνει την δική του ερμηνεία για το τι είναι ο έρωτας αλλά, όλοι συμφωνούν ότι ο έρωτας και η αγάπη είναι το πιο σημαντικό γεγονός στη ζωή των ανθρώπων.
Ως κοινό όνομα η λέξη έρως δηλώνει την έννοια της αγάπης, ενώ ως κύριο όνομα (Έρως) τον θεό της αγάπης. Η θέση του Έρωτος ως θεού της αγάπης δεν είναι σαφής ανάμεσα στους 12 θεούς του Ολύμπου, και ο Έρως δεν κατέχει συγκεκριμένη θέση στη μυθολογία, όπως ούτε ο Χάρων. Η ετυμο­λογία του ονόματος του είναι αβέβαιη (έρως, αιολ. έρος < εράειν). Σχεδόν συνώνυμες έννοιες είναι οι Ίμερος και Πόθος, που συχνά παρουσιάζονται επίσης προσω­ποποιημένοι· στην Κλασική Εποχή υπήρχε διά­κριση μεταξύ των τριών εννοιών, γνωστή στους αρχαίους συγγραφείς.
Αντίθετα, οι Αλεξανδρινοί και οι ύστεροι ποιητές χρησιμοποιούν πολύ συχνά και σχεδόν χωρίς διαφοροποίηση τους τρεις όρους. Κατ' αναλογία, οι Λατίνοι χρησιμοποιούν χωρίς δι­άκριση τα Amor, Cupido.
Ο Όμηρος χρησιμοποιεί τη λέξη έρως με την έννοια της επιθυμίας γενικά (του τρώγειν, πίνειν, αρέσκειν), αλλά η λέξη δεν δηλώνει θεότητα, ακόμη και όταν αναφέρεται στην ερωτική επιθυμία. Στις γενεαλογίες μνημονεύεται ως μία από τις αρχέγονες, μη γεννημένες δυνάμεις, ενώ μόνο στις ύστερες πηγές παρουσιάζονται γεννήτορές του.
Σύμφωνα με την ορφική διδασκαλία, ο Έρως προήλθε από το «κοσμικό αβγό», που άφησε η Νυξ στους κόλπους του Ερέβους. Επηρεασμένος από αυτή τη διδασκαλία, ο Ησίοδος στη Θεογονία του τον τοποθετεί μετά το Χάος και τη Γαία, στοιχεία και τα τρία χωρίς γεννήτορες· μετά ακολουθούν οι λοιποί (τιτάνες, θεοί κ.λπ.). Με τον Ησίοδο συμφω­νούν οι Ακουσίλαος και Ίβυκος- και οι δύο (από τις τρεις) γενεαλογίες της Σαπφούς είναι υπέρ μιας κο­σμογονικής προέλευσης του Έρωτος. Δίπλα σ' αυτόν τον κοσμογονικό Έρωτα, προ­βάλλει ο Έρως, θεός της Αγάπης, πάνω από κάθε φύση, θεούς ή ανθρώπους, συνοδός της Αφροδί­της: είναι αυτός στον οποίο αναφέρεται η μεταο-μηρική φιλολογία. Είναι γιος της Αφροδίτης και του Ουρανού (Σαπφώ), υπηρέτης και συνοδός της Αφροδίτης ή γιος της Αφροδίτης και του Άρη (Σι­μωνίδης ο Κείος) ή της Ειλειθυίας (Ωλήν ο Λύκιος), που ταυτίζεται με την Αρτέμιδα, ή της Ίριδος και του Ζέφυρου (Αλκαίος).
Ανάμεσα στους τραγικούς, μόνο στον Ευριπίδη ο Έρως κατέχει ιδιαίτερα εξέχουσα θέση: αναφέρε­ται ως γιος του Διός. Ο Ευριπίδης επίσης διακρίνει αρχικά την ενέργεια του Έρωτος σ' αυτήν που οδη­γεί σε Αρετή και σ' εκείνην που ωθεί στην Αθλιό­τητα. Ανάλογη διάκριση βρίσκουμε και στο πλατω­νικό Συμπόσιο, όπου ο μεν καλός Έρως είναι γιος της Αφροδίτης Ουρανίας, ο δε κακός γιος της Αφροδίτης Πανδήμου.
Ο Πλάτων θεωρούσε ότι ο έρωτας δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια θεία τρέλα, από μια ακατανίκητη επιθυμία να συμπορευθούμε με τους Θεούς, όντες σε παραλήρημα. Στο Συμπόσιο του Πλάτωνα, μια γυναίκα, η Διοτίμα εξηγεί ότι ο έρωτας εκφράζει την ανάγκη και την επιθυμία μας να κατακτήσουμε την αιωνιότητα. Στην αλεξανδρινή ποίηση, οι γενεαλογίες του Έρωτος γίνονται κατεξοχήν φιλολογικό μοτίβο και απαρίθμηση τους βρίσκουμε στον Παυσανία.
Στον Κατάλογο θεών κατά Κικέρωνα διακρίνο­νται τρεις Έρωτες: 1) γιος του ιθυφαλλικού Ερμή και της χθονίας Αρτέμιδος, κόρης του Διός και της Περσεφόνης· 2) γιος του Ερμή και της Αφρογενείας Αφροδίτης- 3) γιος του Άρη και της Αφροδίτης, κό­ρης του Διός και της Διώνης. «Ο έρωτας και ο θάνατος», γράφει ο καθηγητής Δημήτρη Λιαντίνης στο βιβλίο του Γκέμα, «είναι δύο στιγμές απόλυτα μοναδικές για τον καθένα μας. Ποτέ δε γίνεται να ζήσουν δύο άνθρωποι την ερωτική τους βίωση με όμοιο τρόπο. Αλλά με όμοιο τρόπο ποτέ δε γίνεται να ζήσουν και τη βίωση θανάτου. Κάθε φορά που ερωτεύουνται δύο άνθρωποι, γεννιέται το σύμπαν. Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που ερωτεύουνται δύο άνθρωποι γεννιέται ένας αστέρας με όλους τους πρωτοπλανήτες του. Και κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος, πεθαίνει το σύμπαν. Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος στη γη, στον ουρανό εκρήγνυται ένας αστέρας supernova. Έτσι, από την άποψη της ουσίας ο έρωτας και ο θάνατος δεν είναι απλώς στοιχεία υποβάθρου. Δεν είναι δύο απλές καταθέσεις της ενόργανης ζωής. Έξω από τον έρωτα και το θάνατο πρωταρχικό δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Αλλά ούτε είναι και νοητό να υπάρχει. Τα ενενήντα δύο στοιχεία της ύλης εγίνανε, για να υπηρετήσουν τον έρωτα και το θάνατο. Όλα τα όντα, τα φαινόμενα, και οι δράσεις του κόσμου είναι εκφράσεις, σαρκώσεις, μερικότητες, συντελεσμοί, εντελέχειες του έρωτα και του θανάτου. Γι' αυτό ο έρωτας και ο θάνατος είναι αδελφοί και ομοιότητες, είναι συμπληρώματα, και οι δύο όψεις του ίδιου προσώπου».
Το ίδιο, βέβαια, είχε πει χρόνια πριν ο γενάρχης της νεοελληνικής ποίησης Διονύσιος Σολωμός στον Κρητικό: Μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Χάρος.
Το ένστικτο του θανάτου είναι η αντίθετη ροπή προς το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Ο Έρωτας αντίστοιχα αντιπροσωπεύει μερική κατάργηση της ατομικότητας, εφόσον τείνει να μεταθέσει και να συγχωνεύσει το Εγώ με το ερώμενο αντι-κείμενο. [Ερατοσθένης Καψωμένος , Ο Σολωμός και η ελληνική πολιτισμική παράδοση, έκδοση της Βουλής των Ελλήνων, 1998].
Και ο Γιάννης Ρίτσος στην Σονάτα του Σεληνόφωτος γράφει:
Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα, μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Ο τρόπος με τον οποίο ο καθένας βιώνει τον έρωτα, την δόξα και σίγουρα τον θάνατο είναι προσωπικός, γι αυτό και μοναχικός. Ιδιαίτερα για τον έρωτα τα συναισθήματα είναι εντελώς ξεχωριστά και εξατομικευμένα. Ο έρωτας είναι η προσπάθεια των ανθρώπων να υπερβούν τον χρόνο , την φθορά που συνεπάγεται το πέρασμα του χρόνου. Όταν ερωτεύονται δύο άνθρωποι αυτό που στην ουσία προσπαθούν, έστω κι αν πολλές φορές δεν το αντιλαμβάνονται, είναι η υπέρβαση της φθοράς, του θανάτου. Ο έρωτας κινητοποιεί την διάθεση για ζωή, ενεργοποιεί δυνάμεις που μένουν κρυμμένες , ανανεώνει τους ανθρώπους και αποτελεί πολλές φορές την θετική διέξοδο από την μίζερη και καταθλιπτική καθημερινότητα. Με την δύναμή του παρασύρει τους ανθρώπους, τους απογειώνει τους ενώνει τόσο, ώστε ο Έρνεστ Χεμινγουέι είχε εμφατικά πει: « Σ΄ αγαπώ τόσο πολύ που θα ’θελα να ’μουν ο εαυτός σου».
Ο έρωτας είναι τυφλός. Δεν γνωρίζει τάξεις, οικονομική κατάσταση, φύλο, ηλικία, γεωγραφικούς περιορισμούς. Οι άνθρωποι ερωτεύονται, λατρεύουν τον ενθουσιασμό της αναζήτησης του άλλου, το πάθος και τη μαγεία, και μισούν την ανασφάλεια, την αβεβαιότητα και την απομυθοποίηση. Ερωτεύονται για να ζήσουν την αμοιβαιότητα, για να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους, για να βιώσουν την αγωνία και το απρόβλεπτο, για να κάνουν τη ζωή τους όμορφα πολύπλοκη. Ξέρει κανείς πως είναι ερωτευμένος, όταν δύο πράγματα τον συντρίβουν. Η παρουσία του (της) και η απουσία του (της). Ο Έρωτας διώχνει της ανθρώπινη μοναξιά, ο έρωτας συνυφαίνεται με τον συνάνθρωπο, με τον Άλλο, ο οποίος πολλές φορές υπάρχει τόσο μέσα μας όσο και δίπλα μας. Γι’ αυτό και στον έρωτα ο άνθρωπος πρέπει να «δίνεται» με όλο του το είναι.
Γι αυτό και ο έρωτας είναι μια επαναστατική πράξη. Οι εξεγερμένοι φοιτητές του Μάη του ’68 λέγανε σε ένα σύνθημά τους «Όσο περισσότερο κάνω έρωτα τόσο περισσότερο θέλω να επαναστατώ, όσο περισσότερο επαναστατώ, τόσο περισσότερο θέλω να κάνω έρωτα». Βέβαια, με την έννοια ότι ο έρωτας αποτελεί μια συλλογική συμπεριφορά. Όποιος δεν έχει νιώσει στην ζωή του μια φορά τη δύναμη του ερωτικού συναισθήματος, δεν μπορεί να νιώσει την δύναμη της ζωής.
Γι αυτό οι πιο «επικίνδυνοι» άνθρωποι είναι οι ανέραστοι, αυτοί που δεν αγάπησαν ποτέ τους , αλλά ούτε και αξιώθηκαν να αγαπηθούν. Και η ποίηση τι σχέση έχει με όλα αυτά. Μα η ποίηση είναι μια κατεξοχήν ερωτική πράξη. Ο έρωτας υμνήθηκε από τους ποιητές από την αρχαιότητα και συνεχίζει να υμνείται και σήμερα.
Στις μέρες μας, δυστυχώς, έχουμε υποτιμήσει την αξία του έρωτα, καθώς υιοθετήσαμε την εκχυδαϊσμένη ηδονιστική πλευρά του. Δυστυχώς, ο έρωτας σήμερα βιώνεται ως στείρα ηδονή και χάθηκε η ομορφιά του. Στην εποχή μας, στην εποχή της τεχνολογίας, όπου φαίνεται να κατακερματίζονται όλοι οι κοινωνικοί δεσμοί, ο Έρωτας περισσότερο από κάθε άλλη σχέση με τον άλλον εμφανίζεται ως μια έντονη λατρεία της υποκειμενικότητας ήτοι έμπλεος ιδιοτέλειας και ναρκισσισμού. Ο έρωτας έχασε σήμερα την ιερότητά του και την ανατρεπτικότητά του, γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος βρήκε νέες αξίες , κινούμενος από άγχος και ματαιοδοξία. Αυτές της πολιτικής ανέλιξης, της πρόσβασης στην εξουσία, της δόξας, του πλουτισμού. Πώς να βρεθεί χρόνος να ξοδέψει κανείς το σώμα του και την ψυχή του; Γιατί πρωτίστως αυτό είναι ο έρωτας: το ξόδεμα, το να δίνεις ανιδιοτελώς την πιο αρχέγονη αγωνία σου στην αγωνία του άλλου. (Γιώργος Σταματόπουλος, Έρωτας ανθρώπου μύησις, Καστανιώτης 2001).
Στην ανθολογία που κρατάτε στα χέρια σας, προσπάθησα να συμπεριλάβω τα καλύτερα, κατά την γνώμη μου, ερωτικά ποιήματα από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Το εγχείρημα δεν ήταν καθόλου εύκολο, γιατί έπρεπε να επιλέξω συγκεκριμένο αριθμό ποιημάτων από μια πολύ μεγάλη ποιητική βιβλιογραφική βάση, η οποία ξεκινάει από τον Όμηρο και φτάνει μέχρι τις μέρες μας.
Στην ανθολογία δεν συμπεριέλαβα πολλούς σύγχρονους ζώντες ποιητές, όχι γιατί δεν έχουμε ποιητές που γράφουν ερωτικά ποιήματα σήμερα, κάθε άλλο θα έλεγα, αλλά γιατί θα χρειαζόταν οι διπλάσιες σελίδες για να συμπεριληφθεί ένα μοναχά μικρό μέρος αυτού του υλικού. Με τις σκέψεις αυτές σας εύχομαι καλή, ερωτική, ανάγνωση.

Τετάρτη 14 Μαΐου 2014

μονάχα Ψυχή


Τα πανό αντηχούσαν φτηνά παρδαλά λόγια κάτω απ' τον παράδοξο ήλιο.
"Χειμώνιασε μπάρμπα!" φώναξε κατά τον ουρανό γεμάτος αγανάκτηση ένας νεαρός. Τα μάτια του είχαν διπλασιαστεί την τελευταία ώρα από τα χημικά και τον έτσουζαν. Κοιτιόταν όμως συχνά στον καθρέφτη της βιτρίνας και του άρεζε. Ένιωθε πως έπαιζε έναν σπουδαίο. Κόκκινο το χρώμα της χαράς. Κόκκινο το χρώμα του έρωτα. Κόκκινο το χρώμα του αίματος. Επανάσταση τώρα!
Οι ντουντούκες ανακατεύαν τα συνθήματα και τα ξαναέριχν
αν μια και δυο και τρεις. Καμιά τους δεν κατάφερνε να φέρει εξάρες σερί. Δεν κέρδιζες τίποτα έτσι μα να, καμιά φορά και η γνώση πως έχεις καλοτυχία τουλάχιστον είναι όφελος. Για την καλή σου διάθεση.
"Φτωχική και τούτη η επανάσταση φίλε!" κούνησε το κεφάλι ένας από τους άλλους νεαρούς, αυτούς που κρατούσαν τα μαυροκόκκινα λάβαρα. Έμοιαζε αχτένιστος και νευρικός. Στην τσέπη του παντελονιού του μια επώνυμη φίρμα έβγαζε μάτι. Παρακαταθήκη ναι. Μια επανάσταση για μια ψηλή καρέκλα. Αντιπαροχή. Έτσι γινότανε αυτά. Κάτι έδινες κάτι έπαιρνες. Αλίμονο στους αθώους.
Το ποτάμι του κόσμου όλο και τράνευε. Καθώς διάβαινε ορμητικό πιτσίλιζε με σάλιο και λέξεις όσους στεκότανε παράμερα. "Θαρρούν πως θα ζήσουν αυτοί!" κάγχασε ένας Άλλος με άφθονο τζελ στο μαλλί. Μα ένα έντομο μέσα του τον δάγκανε από ώρα σε ώρα χωρίς συνενοχή.
-----
Απ' την αντίπερα όχθη της ζωής Ένας. Ηλικία αδιευκρίνιστη, καρδιά αδιαπραγμάτευτη. Έπινε τσίπουρο στον ήλιο λογαριάζοντάς τον για συνδαιτημόνα. Από καιρό εις καιρού έκοβε μια ακρούλα σύννεφο για μεζέ ή μάζευε μια χούφτα χώμα. Απ' τα πλευρά του φυτρώναν λιόδεντρα και κυπαρίσσια. Και πάνω στον δεξί του ώμο ανάσταινε μια μικρούλα ροδιά. Αγρίμια σωρό κατοικούσαν στο βλέμμα του. Λύκοι, τσακάλια, αρκούδες καφετιές. Κι ελάφια. Πολλά ελάφια που δρασκελούσαν τη Γνώση με γοργά, δαντελένια άλματα. Κανένας δεν κυνηγούσε κανέναν. Κι η θάλασσα μουρμούριζε τα παρακαλεστικά της.
"Μονάχα Ψυχή. Τίποτα άλλο δεν έχουμε να μοιράσουμε. Όλα για όλους είναι. Ο Αρχιμάστορας για όλους μερίμνησε. Κανέναν δεν αδίκησε κανέναν δε λησμόνησε. Ανάμεσα ουρανού και γης κατοικεί η πιο τρανή σοφία. Μα ξεχαστήκαμε και τρέχουμε αλλού γι' αλλού."
Μπορεί και να έβρεχε λίγα και ξαφνικά. Μα εκείνος σαν άγαλμα σμιλεμένο απ' τα χρόνια καθότανε ακίνητος θαρρείς και στοχαζότανε για ώρες.
"Μονάχα Ψυχή γιε μου. Τίποτα άλλο δεν μας απόμεινε πια. Κι ένα βιβλίο ανοιχτό. Να βγαίνεις στο παραθύρι του και να σπουδάζεις τον κόσμο."
---------------------------

Το εγώ το εσύ, το τίποτα

Το εγώ το εσύ, το τίποτα



Κι όμως, έχουμε υπάρξει μαζί σ’ ένα σύμπαν παράλληλο. Σε χρόνους μηδενικούς.
Θυμάσαι;
Τότε που παλεύαμε να δαμάσουμε τα σύννεφα. Τότε που καβαλούσαμε ανέμους. Τότε που η σάρκα μας έσφυζε από κόκκινο αίμα και θεϊκές αστραπές.
Υπήρξαμε. Μαζί. Θυμάσαι;
Τρίζαν φωτιές και θάματα στο άγγιγμα. Ξερνούσαν οι αιώνες απολιθώματα αγίων αντοχών. Οι «διαφορετικοί» καλλιεργούσαν μυρωδάτους λωτούς. Σε ταίζαν στο στόμα σα μωρό. Κι έβλεπες με τα μάτια της ανάγκης.
Σε χρειάζομαι, σου είπα. Θυμάσαι;
Ματώναν τα χείλια, τα μη φιλημένα κι οι λέξεις σπαρταρούσαν σαν σε αγκίστρι πιασμένα ψαράκια. Έγλειφα το αίμα της στερνής τους ανάσας και ζωγράφιζα πολιτείες με πράσινα σπιτάκια και δρόμους κόκκινους. Να σκορπά ο ήλιος στο νυχτέρι του και να τον ψάχνουμε ως το πρωί. Δυο φορές αγκαλιασμένοι.
Δε χανόμαστε, μου είπες. Εμείς.
Στο εγώ και στο εσύ, σιωπηρή λιτανεία.
Εμείς στο ποτέ, στο πουθενά και στο πάντα. Εμείς στα νερά, στα κύματα, στους ξεγδαρμένους τοίχους και στα τσιμεντένια πεζούλια. Στις πολεμίστρες του κάστρου και στα σιωπηλά καμπαναριά. Στον βυθό που δεν περπατήσαμε. Στους βράχους που μας χτύπησαν. Στα φανάρια που αργήσαν και στα πλοία που δεν φανερωθήκανε ποτέ. Εμείς στην ψυχρούλα του ξημερώματος, στον κάματο του μεσημεριού, στην λιγούρα του απογεύματος. Εμείς στη Μεγάλη Άρκτο και στον Σκορπιό. Εμείς στης Κασσιόπης τα μέλλοντα. Εμείς.
Στο εγώ και στο εσύ, μυστικός αναστεναγμός.
Στων κοριτσιών τα λευκά προσκεφάλια, όνειρο παρθενικό του Αυγούστου. Στο ανατρίχιασμα της επιδερμίδας μυστικό φιλί. Στης ισορροπίας το  ασημένιο νήμα. Εμείς. Ρομαντικοί ερασιτέχνες της πιο επικίνδυνης ακροβασίας.
Το εγώ, το εσύ, το τίποτα. Εμείς όλα.

Καλύτερα ένα τρομερό τέλος, παρά ένας τρόμος χωρίς τέλος

 
 
 
 
Τρέμω. Τρομάζω και τραντάζομαι. Κουτρουβαλώ και χάνομαι. Σε μιαν άβυσσο χωρίς τέλος. Μες την άσπρη δίνη μιας άχρωμης πραγματικότητας, που φαντάζει τόσο χαώδης και κενή σαν τη ρουφήχτρα του κόκκινου άνεμου που σε σηκώνει και σε ταλαντώνει και σε κάνει να φωνάζεις και να χτυπιέσαι και να στριφογυρνάς χωρίς τέλος.
Στέλνω τη φωνή μου εκεί που δεν θα με ακούσουν. Γιατί δεν μπορώ να την στείλω εκεί που θα με ακούσουν. Γιατί δεν θέλω να με ακούσουν και αν τυχόν και μ ακούσουν πάλι θα φοβάμαι τι είναι αυτό που άκουσαν από μένα. Γι αυτό δεν θα τους κάνω τη χάρη να μάθουν τι χρώμα έχει η φωνή μου ούτε να ακούσουν τους ήχους που θα βγουν απ τις μωβ νότες που θα βγάλω. Πάντα μου έλεγες να μην μιλάω δυνατά και να μην φωνάζω μη τυχόν και μ ακούσουν και με δουν και μιλήσουν ύστερα για μένα και για τα κρυφά μου και τα απόκρυφά μου. Κι εγώ άκουγα και ήξερα πως πιεζόμουν και στένευαν τα όριά μου, τα όρια που είχα θέσει για τον εαυτό μου και που τώρα προσπαθώ να τα ανοίξω και να τα κάνω όσο πιο ελαστικά γίνεται μα και πάλι φοβάμαι πού μπορεί να πάει όλο αυτό και ποιος θα με δει και θα με γνωρίσει κι αν θα με αναγνωρίσει δεν θα θέλω να ξέρω τι θα σκεφτεί γι αυτό που θα δει.
Γι αυτό σιωπώ και βηματίζω, φωνάζω και τρέχω μες τη βροχή δίπλα απ τις γραμμές του τρένου περιμένοντας το σιδερένιο θεριό να περάσει και να μην μ ακούσουν που μιλάω, που παραμιλάω, που ουρλιάζω επειδή έφυγα και ίδια δεν θα γίνω και δεν θα ξαναείμαι αυτό που ήμουν αλλά θ αναρωτιέμαι γι αυτό που γίνομαι και αν μ αρέσει και αν το θες κι εσύ , αλλά δεν με νοιάζει τόσο για σένα πια κι ούτε για την άθλια τη γνώμη σου, αλλά αν θα το γουστάρω εγώ και κατά πόσο θα μπορώ να το δείχνω όπως και όποτε το θέλω.
Τρόμος συνεχής και σκέψεις ατέλειωτες, μες τη δίνη της ρουφήχτρας, αυτής της καθημερινής πραγματικότητας που με βουλιάζει και άπατη με πάει σε ορίζοντες μακρινούς και χαώδεις χωρίς επιστροφή, χωρίς γυρισμό και χωρίς μέλλον. Μέλλον για τι ; και με ποιον; Και πότε; Και με τι; ΄Εξω στο σύμπαν το καθάριο με τα δεκατέσσερα φεγγάρια και τους πέντε ουρανούς, εκεί στην άβυσσο της καυτής άμμου που αιωρείται και χύνεται και την πιάνω και φεύγει μέσα απ’ τα δάχτυλά μου σαν το νερό απ τη βρύση που στάζει θάνατο. Τρόμος χωρίς τέλος και τρέμουλο και ρίγος στην καρδιά και στις αισθήσεις και συ να χάνεσαι σε μια ωμή φαντασίωση και χαίρομαι που δεν θέλω να γυρίσεις.
Το τέλος θα έρθει με τρόμο ή χωρίς και θα το χαρώ πέφτοντας και σκίζοντας τις σκέψεις μου, ξεσκίζοντας το περιτύλιγμα που κουβαλώ χρόνια και με κούρασε και με βαρέθηκε, διαλύοντας ένα τίποτα μέσα στην έννοια του κενού. Κι αν σχηματιστώ ξανά θα είναι μέσα από όνειρο, από άσπρες κλωστές γαλαξία και φως από το απέραντο του πουθενά ή του κάπου. Αλλά σχηματισμένη ξανά , φωνή δεν θα χω για να σου πω τον τρόμο τον καινούργιο που θα γεννηθεί μαζί μου, κι ίσως έτσι είναι καλύτερα γιατί ως δικαιολογία θα έχεις τον κρότο της σιωπής μου και γω θα πετώ γύρω σε όλα, κυκλωμένη ξανά και ξανά από το τρέμουλο του απόλυτου σκορπίσματος που θα είναι γύρω μου και μέσα μου και πάνω μου και θα μοιάζω ΄Ανοιξη μες τον Χειμώνα, έτσι παράταιρη και κόκκινη χωρίς την αίσθηση του κρύου ή του μόνου…

Με αφορμή μια προσφώνηση

 
 
 
Νεράιδά μου…». Όμορφο ακούγεται! Έτσι με είπε σήμερα ένα ακόμη φάντασμα, μια ακόμη ανδρική ύπαρξη που αγνοώ και θα συνεχίσω να αγνοώ. Και ’γω να κοιτάω το κενό και να καρφώνομαι σε άδεια γράμματα. Τι θέλω; Επιβεβαίωση; Πόση ποια; Και γιατί;
Μετράω δευτερόλεπτα μπροστά στην άδεια οθόνη, μετράω στιγμές σ’ έναν κόσμο που δεν υπάρχει, προσθέτω λέξεις σε θαλασσί φόντο, φτιάχνω νοήματα, πλέκω ιστορίες με αγνώστους με σκοπό το τίποτα.
Λάθος σκέψη και λάθος πορεία ζωής, προορισμός για το πουθενά μέσα σε μια μαύρη θάλασσα χωρίς κύματα , χωρίς ανάσα και χωρίς ίχνος αληθινής ζωής. Πιάνομαι από λέξεις κι από ψεύτικες κουβέντες, από ιδρωμένα κορμιά κι από μάτια αόρατα, από κορμιά χωρίς ψυχή και από χαμόγελα ανύπαρκτα.
Προδομένη απ’ όλους και απ’ όλα μέσα στο άδειο δωμάτιο υφαίνω όνειρα, καβαλάω άλογα λευκά και πιάνομαι από κλωστές ενός υποτιθέμενου φεγγαριού. Ακτίνες ήλιου που μισώ έρχονται και καρφώνονται και τις αποδιώχνω ορίζοντας μια μουντή εικόνα από ανύπαρκτους εραστές. Και όλοι νομίζουν πως ξέρουν να επιβάλλουν και να επιβάλλονται, να ορίζουν και να καθορίζουν , να σταματούν και ξανά να προχωρούν. Και όλα είναι ψεύτικα, παράλογα και παρανοϊκά και το ξέρω πως τίποτα δεν γίνεται και δεν μπορεί ν αλλάξει και γι’ αυτό συνεχίζω και στροβιλίζομαι και σταματημό δεν έχω γιατί στην ουσία δεν θέλω να φύγω από πουθενά. ΄Η ξέρω πως δεν έχω την δύναμη να το κάνω, γι’ αυτό έμπλεξα σε έναν παράλληλο κόσμο που νομίζω πως με θέλει και τον θέλω , με αποζητά και τον αποζητώ, και είμαι δέσμια της φυλακής που μόνη μου έχτισα τα κάγκελα.
Δεν θα φύγω ποτέ, κι αν φύγω θα είναι για κάπου που θα μοιάζει με το τώρα, μόνο που θα το ονομάζω αλλιώς, θα του δώσω άλλη φωνή κι άλλη υπόσταση, μα στην ουσία θα είναι ίδιο κι απαράλλαχτο με τούτο το σάπιο πράγμα που με κατατρώει. Και θα πνίγομαι και θα φωνάζω, και θα ρουφιέμαι και θα αναστενάζω , πότε από ανεκπλήρωτα πάθη ή από υποτιθέμενους έρωτες και πότε από μίσος για τον ίδιο μου τον εαυτό και λατρεία για το άπιαστο.
Και θα μείνω έτσι να με θυμούνται σαν αυτόματο τρένο σε ράγες για το πουθενά, ένα εξπρές με ταχύτητα φωτός που τρέχει στην γη ενώ είναι πλασμένο για τον ουρανό…

ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΟΥ ΜΥΑΛΟΥ

 
 
 
Παιχνίδια του μυαλού. Παιχνίδια στο χθες και στο τώρα. Παιχνίδια στο αύριο. Παιχνίδια με νικητές και ηττημένους. Παιχνίδια χωρίς νικητές και χωρίς ηττημένους. Στο κει, στο αλλού και στο δήθεν. Στο κάποτε στο πού και στο γιατί. Και συ ανάμεσα. Να παίζεις και να σε παίζουν. Να θες και να σε θέλουν. ΄Η να νομίζεις πως θες και να κάνεις και τους άλλους να νομίζουν πως θέλουν.
Μαριονέτα στα χέρια του άγνωστου, του αέρα και του ψίθυρου. Και να παραδίδεσαι γιατί έχεις καιρό να παραδοθείς. Γιατί αν σου φύγει το σκοινί θα βρεθείς να πετάς στο άπειρο. Και λοιπόν; Μήπως είναι καλύτερο το άπειρο; Εκεί που δεν σε ορίζουν και δεν πας πουθενά; Και γιατί είναι ανάγκη να πηγαίνεις; Θέατρο της φυγής και ηθοποιός και σκηνοθέτης εσύ. Με θεατή το είναι σου που συνεχώς αλλάζει. Κάθε φορά το έργο σου είναι αλλιώς. Πουλημένη παράσταση στα χέρια του κενού. Και να βαράς παλαμάκια γιατί δεν ξέρεις να κάνεις αλλιώς.
Μέχρι που σηκώνεσαι ένα πρωινό κι αρχίζεις να κλωτσάς τα άδεια καθίσματα. Και να φυσάς τη σκόνη απ’ το πάτωμα. Και να αλλάζεις ρούχα στο ανύπαρκτο κοινό σου. Με το ίδιο σου το πρόσωπο να χαμογελά και να κλαίει ταυτόχρονα. Με τον προβολέα πάνω σου και πάνω στη σκηνή. Και στη πλατεία. Με φορεσιές να αλλάζουν γιατί οι ρόλοι σου το απαιτούν. Ποτέ ο ίδιος ρόλος. Ποτέ η ίδια φορεσιά.
Κι ένα χαμόγελο να σκάει για καληνύχτα. Και μια σελήνη κίτρινη στο χρώμα που μισείς. Και τα σκοινιά να παίζουν ακόμη και να κρέμονται και συ να νομίζεις πως ακόμα σε ορίζουν. ΄Η έτσι να νομίζουν εκείνοι που τα κρατούν. Κι αναρωτιέσαι. Αλήθεια, τα κρατούσε ποτέ κανείς; Και πότε; Και για πόσο; Μα δεν θες να πάρεις ή να δώσεις απάντηση.
Φυσάς ένα φτερό από πάνω σου και ξέρεις πως δεν θα το δει κανείς. Γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται να το δει. Κι αν σου λέει πως το είδε, ξέρεις πολύ καλά πως δεν θα τον πιστέψεις. Και αν κάποιος σε μάθει, θα ξέρει πως τα ίδια πράγματα δεν πρέπει να τα κάνει ποτέ. Γιατί είσαι αλλιώς. Γιατί θέλεις να γίνεις κι άλλο. Γιατί τα αερικά δεν πατούν εδώ. Πετούν στο πέρα…

ΑΦΗ





Χέρια πλεγμένα
ψηλαφούν
αλήθεια ζεστή
και λέξεις άδηλες
στις υποδόριες
απολήξεις
της παλίρροιας
μένει στο ελάχιστο κενό
να τρέμει νοτισμένο
το ανείπωτο.