Σάββατο 26 Απριλίου 2014

Orfeas Peridis - Rwsika mou matia

Στα όνειρα όλα επιτρέπονται . . .

Είναι από τις στιγμές που η καρδιά μου ταξιδεύει στην αγκαλιά σου , είναι οι στιγμές που η καρδιά μου νιώθει πολύ όμορφα , είναι ένα ταξίδι ζεστασιάς , ένα ταξίδι δίχως ανταλλάγματα . Στο ταξίδι αυτό αγάπη μου , η ψυχή μου σαλπάρει και όλα επιτρέπονται , δεν υπάρχει τίποτα να μας εμποδίζει , δεν υπάρχουν σκέψεις , δεν υπάρχουν τα πρέπει , υπάρχουμε μόνο εσύ και εγώ , υπάρχει η αγάπη μας και το πάθος μας , υπάρχουμε εμείς , δυο καρδιές που λαχταράν , δυο καρδιές ερωτευμένες , δυο σώματα που ποθούν . Να χαμογελάς κοριτσάκι μου , να χαμογελάς και να μου χαμογελάς , είμαι εδώ για σένα , κλείσε τα μάτια και θα είμαι δίπλα σου , σ'αγαπώ πάρα πολύ.

Άγγελέ μου Σ'αγαπώ ~ Ειρήνη Βελέτζα (Irina Velen) (+playlist)

Σε σκέφτομαι . . .

Τις νύχτες απλώνω τα χέρια μου στον ουρανό , θέλω να πιάσω τα αστέρια να τα στείλω στο μαξιλάρι σου για να κοιμάσαι γλυκά. Σ'αγαπώ.

Το χαμόγελο σου είναι η ανάσα μου . . .


Κοριτσάκι μου, το πρωί που αντίκρισα το γλυκό σου προσωπάκι και το υπέροχο χαμόγελο σου, ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά σε ρυθμούς έρωτα, ένιωσα τα μάτια έτοιμα να δακρύσουν από χαρά, μπορεί να μην σου το είπα, αλλά την στιγμή που αγκάλιασα το κορμί σου, που ένιωσα την ανάσα σου, ένιωσα την καρδιά μου σαν εκείνη την φορά, ξέρεις εσύ μωράκι μου, μου έλειψες πάρα πολύ, μου λείπεις. Από την στιγμή που ένιωσα τα χείλη
σου στα χείλη μου, που σε κράτησα σφιχτά στην αγκαλιά μου, η καρδιά μου νιώθει πολύ ευτυχισμένη, το μυαλό μου ταξιδεύει, κλείνω τα μάτια αγάπη μου και έχω την μορφή σου δίπλα μου και νιώθω ένα χαμόγελο χαράς να πλημμυρίζει το πρόσωπο μου. Είναι οι στιγμές που δεν περιμένεις ανταλλάγματα, είναι οι στιγμές που νιώθεις μια ζεστασιά στο κορμί σου, είναι οι στιγμές που σε κάνουν να νιώθεις όμορφα, γλυκά, τρυφερά, στιγμές που νιώθεις το κορμί σου να πετά, σκέφτομαι μωράκι μου το χαμόγελο σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, σε σκέφτομαι διαρκώς κοριτσάκι μου, δεν φεύγεις στιγμή από το μυαλό μου, να χαμογελάς αγάπη μου, να θυμάσαι ότι το χαμόγελο σου κάνει την καρδιά μου πολύ χαρούμενη, να χαμογελάς και να μου χαμογελάς κοριτσάκι μου, κάνει την καρδιά ευτυχισμένη. Σ'αγαπώ πάρα πολύ ματάκια μου όμορφα, είσαι κάτι το ξεχωριστό για μένα, είσαι το άλλο μου μισό, ΖΕΙΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ, είσαι δίπλα μου, είμαι δίπλα σου, το νιώθουμε και οι δυο μας αυτό, είναι κάτι το ξεχωριστό αυτό που νιώθουμε κοριτσάκι μου , είναι απίστευτα μαγευτικό, είναι κάτι παραπάνω από ονειρικό, ίσως είναι ο ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ. Σ'αγαπώ. . .

Κλεμμένη Ζωή

Γυναικείες Στάχτες
Ιστορία 2η

Η δεύτερη ιστορία που ανήκει σε αυτή την ενότητα την είχα αναρτήσει στους πρώτους μήνες που άνοιξα
αυτό εδώ το blog. Από τότε έχει περάσει πολύς καιρός οπότε μπορώ να την εντάξω κανονικά στις
« Γυναικείες Στάχτες» και να την παρουσιάσω ξανά.
 






Ανέβαινε αργά, με κουρασμένα βήματα τον λόφο, έχοντας τον ήλιο στην πλάτη της
να χρυσώνει με τις τελευταίες αναλαμπές της μέρας τον δρόμο της.
Τα σύννεφα έπαιρναν ήδη τα τελευταία τους χρώματα, λίγο από ρόδινο, λίγο από μοβ, λίγο από γκριζολευκο, ο αέρας τα ξέφτιζε και τα ΄σπρωχνε να φύγουν προς το βάθος του ορίζοντα,
εκεί που η άκρια της θάλασσας συναντά το γαλάζιο τ’ ουρανού και μαζί καταπίνουν τον δίσκο του ήλιου για να γεννήσουν την νύχτα σε έναν αέναο κύκλο, κάθε μέρα, κάθε νύχτα, για τόσα χρόνια που δεν μπορεί να συλλάβει τ΄ ανθρώπου ο νους.
Σταμάτησε να πάρει ανάσα, είχε λαχανιάσει από την προσπάθεια, τα γόνατα της έτρεμαν, ήθελε να γείρει το λεπτό κορμί της εκεί, πάνω στις πέτρες μα αν σταματούσε ήξερε πως δεν θα χε το κουράγιο
μετά να συνεχίσει, να τελειώσει αυτό που άρχισε.
Έσφιξε στην χούφτα της το τσαλακωμένο γράμμα, το έφερε κοντά στο πρόσωπο της και το μύρισε,
εκείνος ήταν εκεί μέσα, η μυρωδιά του και ας μην μύριζε τίποτα αυτό το ξερό πολυκαιρισμένο χαρτί,
τα δικά του γράμματα χόρευαν μπροστά στα θολωμένα μάτια της………


____Αγάπη μου
μη κλάψεις καρδούλα μου , γρήγορα θα γυρίσω να σε πάρω μαζί μου,
να ξαναφύγουμε μαζί, αφού το ξέρεις πως ζωή δεν έχουμε σε αυτόν τον τόπο,
περίμενέ με αγάπη μου, εγώ σε παίρνω τώρα μαζί μου, σε έχω στην βαθιά
στην καρδιά μου , πολύτιμο φυλαχτό μου, αγαπημένη μου,
έχω τα μάτια σου, την αγκαλιά σου, την γλυκιά σου την φωνή να μου λέει
σ΄ αγαπώ…θα γυρίσω καρδιά μου, θα περάσει γρήγορα ο καιρός να το δεις
και θα είμαστε για πάντα μαζί, να φτιάξουμε το σπιτικό μας,
να μεγαλώσουμε τα παιδάκια μας… για εμάς φεύγω, για μια καλύτερη ζωή,
μη κλάψεις καρδούλα μου, δυνατή σε θέλω τώρα, να με περιμένεις.


Φίλησε το γράμμα και έβαλε σε αυτό το φιλί όλη την ραγισμένη καρδιά της, όλη την λαχτάρα της για εκείνον που δεν γύρισε ποτέ και ας της το ΄χε ταμένο και ας μαράζωσε να τον περιμένει χρόνια ατελείωτα.
Έφτασε αγκομαχώντας στην κορφή του βράχου και αγνάντεψε το πέλαγος.
Εκεί ψηλά έδωσαν το πρώτο τους φιλί, εκεί της ορκίστηκε πως για πάντα θα ήτανε δικός της . 
Έλυσε τα μαλλιά της και ο αέρας τα πήρε , λευκά μπαμπάκια και τα σβούριξε γύρω από τον λαιμό της,
όρθωσε το κορμί της , σα να ξανάγινε και πάλι είκοσι χρονών και εκεί άνοιξε την παλάμη της κι άφησε να πετάξει το γράμμα που φύλαγε τόσους χρόνους να πέσει στα βράχια κάτω στα πόδια της.
Παρακολούθησε την πορεία του με μάτια στεγνά από δάκρυα πια, να φτερουγίζει σαν λευκό περιστέρι, , να ξανεμίζεται, να φτάνει χαμηλά στα κύματα που χτύπαγαν τα βράχια και τέλος να χάνεται στους λευκούς αφρούς.

- Γυρίζει Λένη, γυρίζει ο Κωνσταντής, μεγάλος και τρανός ξανάρχεται στο νησί μας,
έφτασε στον Πειραιά, αύριο θα είναι και πάλι εδώ, για σένα ρώταγε καημένη Λένη, τι κάνεις,
θέλει να σε ματαδεί.
Όρμησαν οι θύμησες, ο Κωνσταντής, οι ματιές, τα σκιρτήματα, η αγκαλιά του, τα φιλιά του,
η αγάπη τους, το φευγιό του.
Και τώρα γύριζε ξανά, μετά από σαρανταπέντε  χρόνια , χωρίς ένα γράμμα, χωρίς  τίποτα από δαύτον
που τον περίμενε όπως η πιστή Πηνελόπη τον Οδυσσέα της, γύριζε πλούσιος, αυτά βλέπεις μαθαίνονται  γρήγορα,  γύριζε και της μήνυσε πως ήθελε να την δει!!
-Όχι βρε Κωνσταντή- πείσμωσε  εκείνη - Δεν θα με δεις πια, όσο σε περίμενα δεν με σκέφτηκες
να μου στείλεις δυο λόγια, όχι να ΄ρθεις  να με πάρεις όπως μου ΄ταξες, αλλά δυο λόγια παρηγοριάς, δεν ήθελα εγώ τα πλούτη σου, τι να τα κάνω τα λεφτά σου ? να γεμίσω το σπίτι μας παιδιά και εγγόνια με δαύτα? Ν΄ αγοράσω τα νιάτα μας? Κράτα τα Κωνσταντή και να σαι καλά, ζήσε με αυτά που κέρδισες, αυτά  που κουράστηκες να κερδίσεις, δικά σου είναι, γι αυτά με πούλησες ! Άντε στο καλό σου Κωνσταντή-
Γύρισε και σαν θαλασσοπούλι γοργά  κατέβηκε από τον βράχο πίσω στο χωριό, μπήκε στην αυλή της και έκλεισε ξωπίσω της την αυλόπορτα, την διπλοκλείδωσε.

Δεν άνοιξε την πόρτα της όταν έφτασε εκείνος στο λιμάνι, δεν καταδέχτηκε να κατέβει με το πλήθος να σταθεί να τον υποδεχτεί, ούτε σαν έφτασε την ίδια μέρα στο σοκάκι της και της χτύπησε την πόρτα του άνοιξε, δεν καταδέχτηκε ούτε ένα ΄΄ φύγε ΄΄ να του πει για να μην ακούσει την φωνή της.
Μια βδομάδα Εκείνος ξεροστάλιαζε έξω από την αυλή της, την παρακάλαγε άλλοτε με φωνή βραχνή, άλλοτε διατάζοντας, άλλοτε βροντοχτύποντας και απειλώντας να ρίξει την αυλόπορτα,
μα εκείνη ούτε που έβγαινε να δει τι γίνεται, μόνο άκουγε πίσω από τις κλειστές κουρτίνες. Περίμενε,
τι περίμενε ούτε η ίδια δεν ήξερε .
Μέχρι που εκείνος κατάλαβε πως η πόρτα δεν θα άνοιγε κι έφυγε.
Πήρε το καράβι και χάθηκε και πάλι από εκεί που ήρθε.


Ξαναβγήκε εκείνη στην αυλή της, περιποιήθηκε τα λουλούδια της, χαιρέτησε τις γειτόνισσες και έφτιαξε τον καφέ της να τον πιει κάτω από την κληματαριά.
-Άρε καημένε Κωνσταντή, ούτε την αυλόπορτα δεν ήσουν άξιος να σπάσεις για να με δεις !
μουρμούρισε και ρούφηξε μια γουλιά καφέ.


                                                                                                                         Levina



Το γέλιο της Κόλασης







Ένα αφιέρωμα στην σατανική Δεσποινίδα  Σαντάλ Πριμ
ή μήπως να γίνει ένα αφιέρωμα στον Διάβολο που νομίζει πως θα νικήσει 
την αθώα κορασίδα με ψυχολογικά παιχνίδια ?

Όχι δεν θα αρχίσω τα αφιερώματα στον Coelho, αρκετό μελάνι έχει χυθεί με 
τα γνωμικά του περί φιλίας, έρωτα, αγάπης και ερεθίζομαι ως ταύρος στην αρένα 
με παντός είδους κανόνες , γνωμικά και ρητά.
Για μια ιστοριούλα όμως θα κάνω την υποχώρηση αν και είμαι σίγουρη πως θα την 
έχετε διαβάσει… δεν πειράζει , η επανάληψη έλεγε η αγαπητή Μητέρα μου είναι 
μήτηρ πάσης μαθήσεως ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων… μήτηρ πάντως είναι!
Ένας άντρας, τ΄ άλογο κι ο σκύλος του περπατούσαν σ ένα δάσος. Καθώς περνούσαν 
κάτω απ΄ ένα τεράστιο δέντρο έπεσε ένας κεραυνός και τους έκανε και τους τρεις στάχτη.
Όμως ο άντρας δεν κατάλαβε ότι είχε εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο και συνέχισε την 
πορεία του με τα δυο του ζώα. Πέρασε κάποιος χρόνος μέχρι να συνειδητοποιήσουν 
οι νεκροί την καινούρια τους κατάσταση.
Ο δρόμος ήταν πολύ μακρύς κι ανέβαιναν σ΄ ένα λόφο. Ο ήλιος ήταν πολύ δυνατός 
κι αυτοί ίδρωναν και διψούσαν. Σε μια στροφή του δρόμου είδαν μια πανέμορφη 
μαρμάρινη πύλη, που οδηγούσε σε μια πλατεία στρωμένη με πλάκες από χρυσάφι. 
Ο διαβάτης μας κατευθύνθηκε προς τον άνθρωπο που φύλαγε την είσοδο κι είχε μαζί του 
τον εξής διάλογο :
 
- Καλημέρα.
- Καλημέρα, απάντησε ο φύλακας.
- Πώς λέγεται αυτό το τόσο όμορφο μέρος;
- Αυτός είναι ο Παράδεισος !
- Τι καλά που φτάσαμε στον Παράδεισο, γιατί διψάμε !
- Μπορείτε κύριε να μπείτε και να πιείτε όσο νερό θέλετε κι ο φύλακας του έδειξε  την πηγή.
- Και τ΄ άλογο κι ο σκύλος μου διψούν επίσης...
- Λυπάμαι πολύ, είπε ο φύλακας, αλλά εδώ απαγορεύεται η είσοδος στα ζώα.
  Ο άντρας αρνήθηκε με μεγάλη δυσκολία μιας και διψούσε πολύ,
αλλά δεν ήθελε να πιει μόνον αυτός. Ευχαρίστησε το φύλακα
και συνέχισε την πορεία του.
Αφού περπάτησαν γι΄ αρκετή ώρα στην ανηφοριά, εξαντλημένοι πλέον
κι οι τρεις έφτασαν σ΄ ένα άλλο μέρος, η είσοδος του οποίου ξεχώριζε από
μια παλιά πόρτα που οδηγούσε σ΄ ένα χωματόδρομο περικυκλωμένο
από δέντρα. Στη σκιά ενός δέντρου καθόταν ένας άντρας κι είχε το κεφάλι του 
σκεπασμένο μ΄ ένα καπέλο. Μάλλον κοιμόταν.
- Καλημέρα, είπε ο διαβάτης.
 Ο άντρας έγνεψε σ΄ απάντηση με το κεφάλι του.
- Διψάμε πολύ τ΄ άλογό μου, ο σκύλος μου κι εγώ.
- Υπάρχει μια πηγή ανάμεσα σ΄ εκείνα τα βράχια, είπε ο άντρας, δείχνοντας το μέρος. Μπορείτε να πιείτε όσο νερό θέλετε.
 Ο άνθρωπος, τ΄ άλογο κι ο σκύλος πήγαν στην πηγή και κατεύνασαν τη δίψα τους. 
Ο διαβάτης γύρισε πίσω να ευχαριστήσει τον άντρα.
- Μπορείτε να ξανάρθετε όποτε θέλετε, του απάντησε εκείνος.
- Επί τη ευκαιρία πώς ονομάζεται αυτό το μέρος; Ρώτησε ο άντρας.
- ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ.
- Ο Παράδεισος; Μα ο φύλακας της μαρμάρινης εισόδου μου είπε ότι εκείνο ήταν 
ο Παράδεισος!
- Εκείνο δεν ήταν ο Παράδεισος. Ήταν η Κόλαση, απάντησε ο φύλακας.
 Ο διαβάτης έμεινε σαστισμένος.
- Θα ΄πρεπε να τους απαγορεύσετε να χρησιμοποιούν τ΄ όνομά σας ! Αυτή η λάθος 
πληροφορία μπορεί να προκαλέσει μεγάλο μπέρδεμα, είπε ο διαβάτης.
- Σε καμιά περίπτωση ! αντέτεινε ο άντρας. Στην πραγματικότητα μας κάνουν 
μεγάλη χάρη, γιατί εκεί παραμένουν όλοι όσοι ειν΄ ικανοί να εγκαταλείψουν 
τους καλύτερούς τους φίλους.
Αυτό το γέλιο που ακούς για κοίταξέ το καλύτερα … μήπως είναι η νικητήρια κραυγή 
της κόλασης ?




_Απόσπασμα από το βιβλίο Ο Διάβολος και η δεσποινίδα Πριμ
Paulo Coelho_

Α-Ψυχή







Την ψυχή  μου κρατώντας στο ένα χέρι
έτρεχα πίσω από τα χελιδόνια
την Άνοιξη κυνήγησα ανάμεσα στις Πασχαλιές
Μα τι τρελή
Την Άνοιξη να την πιάσεις μπορείς;
τα σύννεφα
τα χρώματα
τ΄ αρώματα
μου ξέφευγε
κι άνοιξα με φόρα την αυλόπορτα
Έτρεξα στους δρόμους
κάτω από έναν ήλιο
που έβρεχε φωτιάς σταγόνες
γέμισε το κορμί πληγές
πορφυρά τα δάκρυα σταλάζουν
και κάπου εκεί ανάμεσα στον πόνο
σκόνταψα
έχασα στην άσφαλτο και την ψυχή μου
άδειο κουφάρι στο σπίτι γύρισα
Δεν πονάω πια
Δεν γελάω
Δεν κλαίω
Άραγε ζω ;


                                                                           Levina






για δυο σταγόνες αίμα









Βαριεστημένα κάθομαι δίπλα στο παράθυρο
στο τζάμι ακουμπώντας το μέτωπό μου
μήπως κι έτσι πιο κοντά
στα μυωπικά μου μάτια φέρω τα δέντρα
τους νοτισμένους δρόμους , την μονότονη βροχή
και αυτή την σταγόνα αίμα που μέσα μου κυλά.
Θα βγάλω μια φωτογραφία ν΄ αποτυπώσω
καθαρά στο χαρτί  εκείνα  τα λόγια
π'  άκουγα να φτερουγίζουν στον αέρα
την ίδια ώρα που λίγα θλιβερά λουλούδια
τσαλάκωνα ανάμεσα στις χούφτες μου
Ξέρεις πως είναι αχαρτογράφητη περιοχή
το μυαλό μου κι εκεί που σε βαριέμαι αφόρητα
θέλω να σε φιλήσω στα χείλη, στο σαγόνι, στον λαιμό
με τόσο πάθος
που κομμάτι δικό σου με τα δόντια μου να κόψω ‘ 
να το καταπιώ ‘ να τυλιχτεί το αίμα μου
με το δικό σου αίμα και μέσα μου να σε κρατήσω
Τι αστείο είναι
Για σκέψου
Κάποτε στην νεκροψία μου θ΄ αναρωτιούνται
…….αυτή γιατί έχει δυο σταγόνες αίμα αντί για μία ;
                                                                                         Levina