Σάββατο 18 Μαΐου 2013

ΑΝ Μ' ΑΓΑΠΑΣ

ΑΝ Μ' ΑΓΑΠΑΣ


Αν μ' αγαπας πραγματικά
γιατί δεν μου το δείχνεις
προσπάθησε και άφησε
έστω ένα σημάδι
όχι να θες αυταρχικά
μονάχα να συγκρίνεις
γι' αυτό σου λέω χάθηκε
για σένα η αγάπη


Θρύψαλα με έκανες απόψε
η πίκρα κλείδωσε στη καρδιά
πάρε το κλειδί ξεκλείδωσέ την
και δώσε της τη μαχαιριά
να μην πονάει άλλο πια


Αν μ' αγαπάς πραγματικά
γιατί δεν μου το δείχνεις
προσπάθησε και άφησε
έστω ένα σημάδι
με φέρεσαι εγωιστικά
το νιώθεις δεν δακρύζεις
που η αγάπη στάλθηκε
και χάθηκε στα βάθη

ΑΔΕΙΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΑΦΗΣΕΣ

ΑΔΕΙΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΑΦΗΣΕΣ


Χαράματα εξύπνησα
ήταν πολλές οι σκέψεις
ποτέ μου δεν περίμενα
πως θα με καταστρέψεις


Άδειο το σπίτι άφησες
άδεια και τη καρδιά μου

όλα τα σκόρπισες εσύ
μαζί και τη χαρά μου

Όλα τα εγκατέλειψες
για μια αγάπη άλλη
η ανοχή που σου' δειχνα
ήταν πολύ μεγάλη

Τίποτα δεν σεβάστηκε
η άπονη ψυχή σου
όλα τα ξέκανες εσύ
να κάνεις τη ζωή σου
Δεν υπάρχουν σχόλια:

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Εκεχειρία

Εκεχειρία


Μιλημένη σιωπή
στην ακρώρεια των ψιθύρων,
φιλούν τα χείλη
την άρνηση του χρόνου
μήπως κι εξιλεωθούν οι καταφάσεις
οι συνειρμοί των ανεπίδοτων παραπόνων
που βουλιάζουν σε μάτια υγρά
στου φιλιού τα κλειστά βλέφαρα
με απλωμένα τα χέρια.

Άλλη μια εκεχειρία,
αμνηστεύει την απουσία
συνθηκολογεί με την παρουσία
στις προεκτάσεις των παύσεων
στα ενδεχόμενα που στένεψαν φόβους
για να χωρούν επιθυμίες
και ν’ αδειάζουν πόνοι
σε μελλοντικές υποθήκες.

Θα ’ρθει καιρός μου ’χες πει:
«θα ενταφιασθεί το σκοτάδι
στης αυγής την ανάληψη».
Πόσο ήθελα να σε πιστεύω τότε,
να κρεμώ το ξημέρωμα στην πόρτα
και με σχοινί την πρώτη ακτίνα
να εξημερώνω
την ασάλευτη δίνη της αγωνίας… για αύριο.

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Maria Ioanna Mips poihsh

 
 
 
Τάσος Λειβαδίτης
Αυτοβιογραφία
Ἄνθρωποι ποὺ δὲ γνώρισα ποτὲ μοῦ δώσαν τὸ αἷμα μου καὶ
τ’ ὄνομά μου,
στὴν ἡλικία μου χιονίζει, χιονίζει ἀδιάκοπα
μιὰ κίνηση πάντα σὰ νἄθελα νὰ προφυλαχτῶ ἀπὄνα
χτύπημα
δίψασα γιὰ ὅλη τὴ ζωή, κι ὅμως τὴν ἄφησα
γιὰ ν’ ἁρπαχτῶ ἀπ’ τὰ πελώρια ἀγκάθια τῆς αἰωνότητας,
ἡ σάρκα μου ἕνας ἐπίδεσμος γύρω ἀπ’ τὸ αὐριανό μου
τίποτα
κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ μὲ βοηθήσει στὸν πόνο μου
ἐκτὸς ἀπ’ τὸν ἴδιο μου τὸν πόνο ⎯ εἶμαι ἐδῶ, ἀνάμεσά σας,
κι ὁλομόναχος,
κ’ ἡ ποίηση σὰ μιὰ μεγάλη ἀλήθεια, ποὺ τὴν ἀνακαλύπτεις
ὕστερ’ ἀπὸ χρόνια,
ὅταν δὲν μπορεῖ να σοῦ χρησιμέψει πιὰ σὲ τίποτα.
Ἐπάγγελμά μου: τὸ ἀκατόρθωτο.
Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. 1, Αθήνα, Εκδόσεις Κέδρος, 2003, σ. 429.

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

Πώς η ποίηση από τέχνη έγινε χόμπι

Πώς η ποίηση από τέχνη έγινε χόμπι

On 11 December, 2012 by BIBLIOTHEQUE



Του Κωστα Κουτσουρελη/*/
Με μισή χιλιάδα συλλογές κάθε χρόνο, με πλήθος ειδικά περιοδικά, έντυπα και δικτυακά, με εκδηλώσεις και δημόσιες αναγνώσεις ων αριθμός ουκ έστι, η ελληνική ποίηση σήμερα μοιάζει τερέν αχανές και αχαρτογράφητο. Ποιος γίνεται να ισχυριστεί ότι έχει εποπτεία;
Κείμενα κριτικά που να τη συζητούν ως όλο, με πρόθεση συνθετική, λείπουν περίπου παντελώς.
Παλιές διακρίσεις του συρμού, όπως το αρμάθιασμα των ποιητών ανά γενιές ή δεκαετίες, απ’ το πολύ της χρήσεως έχουν ξεπέσει. Η βιβλιοκριτική, όταν την καταδέχεται, είναι σποραδική, ευκαιριακή, αμέθοδη. Τις περισσότερες φορές μοιάζει με φιλοφρόνηση ή δελτίο Τύπου.
Μες σ’ όλα αυτά, υπάρχει ωστόσο κάτι που καθιστά τον προσανατολισμό εφικτό. Ενα στοιχείο ευεργετικό, που ξεθολώνει άρδην την εικόνα και ξεδιπλώνει εμπρός στα μάτια μας ένα τοπίο διαυγές, σαφές, προσδιορισμένο. Αυτό το κάτι είναι ο ντιλεταντισμός! (ερασιτεχνική απασχόληση με την Τέχνη)
Στη συγκινητική τους πλειονότητα, τα ποιήματα που βλέπουν σήμερα το φως είναι τόσο άτεχνα, τόσο του ποδαριού, προδίδουν τέτοια άγνοια για τα βασικά, που ενίοτε περνούν για φάρσα ή σαρδόνιο χιούμορ. Ωστόσο όχι, δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με παρωδία. Τα έργα αυτά κυκλοφορούν από εκδότες ευυπόληπτους, προβάλλονται, επαινούνται. «Ποτέ στα σοβαρά λογοτεχνικά περιοδικά», λέει κάπου ο Βαγενάς, «δεν δημοσιεύονταν αναλογικά τόσοι ασήμαντοι στίχοι όσοι σήμερα – καμία σοβαρή εφημερίδα δεν θα αφιέρωνε -όπως στις μέρες μας- μιαν ολόκληρη σελίδα για να παρουσιάσει, ως ποιητικά σημαντικές, στιχουργικές ενασχολήσεις ερασιτεχνών»…
Ο ντιλεταντισμός δεν είναι εξαίρεση, μια ακόμη νοσηρότητα από τις πολλές. Είναι ο σφυγμός, η βαθύτερη ουσία της ποίησής μας σήμερα. Διαπλάθει αναγνώστες, επηρεάζει εγκεφάλους, διαπαιδαγωγεί. Κάνει την ελαφρότητα ντεκόρ που κυριαρχεί. Μες στη φαιδρότητά του, κάθε τι σοβαρό βαπτίζεται σχολαστικό, κάθε τι απαιτητικό προσγράφεται ασυζητητί στην πλήξη. Αν τον καιρό του Αχιλλέα Παράσχου έπρεπε να ’σουν φαφλατάς, σήμερα αν θέλεις καν να σε ονομάζουν ποιητή, οφείλεις να ’σαι ντιλετάντης.



Ο ντιλετάντης είναι πανταχού παρών. Το πλήρες του εγώ πληροί τα πάντα. Νόημα της τέχνης, καλαισθητική φιλοδοξία, σκοπός; κινέζικα στα μάτια του… Γι’ αυτόν προέχει «να εκφραστεί», να εκτονωθεί, να μας μιλήσει για όλα αυτά που τον σκοτίζουν. Η ποίηση γι’ αυτόν είναι φυγή, είναι «απόδραση», «μας ταξιδεύει». Αλλιώς, μια κούρα ή ένα σαφάρι εμπειριών, που έχει πάντως το προσόν να μη στοιχίζει.
Ο ντιλετάντης είναι ασυμβίβαστος. Κατά κανόνα αγνοεί το έργο των συγχρόνων του, μάλιστα επαίρεται γι’ αυτό. Ακόμη και τους μέγιστους Νεκρούς τους αποφεύγει. Η λογοτεχνική του κατάρτιση είναι θεμελιωμένη ακλόνητα στα εφηβικά του ξεφυλλίσματα. Στα έργα του πενηντάρη σήμερα, βλέπει κανείς -πόσο έντιμο! – τι διάβαζε όταν ήταν στα θρανία.
Ο ντιλετάντης είναι πρωτοπόρος. Δηλώνει αναφανδόν μοντέρνος. Από τα χούγια των νεωτερικών, απ’ τον ερμητισμό, τη σκοτεινότητά τους, καταλαβαίνει ένα κυρίως: ότι έχει την άδεια να κάνει ό, τι του αρέσει. Ο πεπρωμένος στίχος του είναι ασφαλώς ο «ελεύθερος» – όσο πιο λάσκα ρέει και πιο χαλαρά, τόσο πιο αυθόρμητος ακούγεται και ωραίος.
Ο ντιλετάντης είναι αυθεντικός. Η έμπνευση τον πιάνει απ’ τον λαιμό έτσι φορτικά, ώστε ποτέ δεν της προτάσσει αντίσταση. Αν του κουνήσεις ένα κόμμα ή ένα «και», το νιώθει εχθρική εισβολή. Ο ξαναδουλεμένος στίχος είναι για κείνον ψεύτικος, σημείο νοθείας. Η ποίηση όλη οφείλει να αναπηδά ακατέργαστη απ’ το αίσθημα, ο ποιητής να είναι online με τη Μούσα.
Ο ντιλετάντης είναι οπαδός. Τα ίδια τα έργα ελάχιστα τον νοιάζουν. Οι ήρωες που μαρτύρησαν για να τα φτιάξουν, μ’ αυτούς ταυτίζεται, αυτοί είναι που λατρεύει, οι αποσυνάγωγοι, οι σαλοί, οι αυτόχειρες: ο Καρυωτάκης και η Σύλβια Πλαθ, η Κατερίνα Γώγου, ο Λάγιος, ο Καρούζος, ο Μπουκόφσκι, όλοι όσοι ακούγεται ότι πόνεσαν πολύ. Γιατί και ο ίδιος ξέρει από πόνο…
Στα θέματά του ο ντιλετάντης ιδιωτεύει. Πάνω στη φούρια του να εξομολογηθεί, ποτέ του δεν αναρωτιέται τι και πώς, σε ποιον εντέλει απευθύνεται – του αρκεί ο καθρέφτης. Στις συναναστροφές του, αντίθετα, είναι κοινωνικός. Συχνάζει μ’ άλλους ντιλετάντες σε καφέ, σε μπαρ, σε ποιητικά εργαστήρια. Δημοσιεύει σε όλα τα έντυπα ή τα μπλογκ, γράφει για όλους και όλες, πάει, μιλάει παντού. Κι οι άλλοι όλοι του το ανταποδίδουν.



Εννιά στις δέκα, είναι αισθηματίας. Ο Ελύτης και η Δημουλά, η Πολυδούρη, ο Χριστιανόπουλος, ο Τάσος Λειβαδίτης είναι οι αγαπημένοι του, και ουδέποτε χάνει ευκαιρία να τους διασύρει. Αραιά και πού είναι λόγιος. Ομως τότε του δίνει και καταλαβαίνει: τα στιχουργήματά του είναι γεμάτα αφορισμούς, αξιώματα ποιητικής, κατεβατά διακειμενικά, τσιτάτα – κοπιάρει από παντού ασταμάτητα. Οσοι τολμήσουν δε να του το πουν, τους κατακεραυνώνει: «mature poets steal»! (Που λέει κι ο Ελιοτ…).
Ο ντιλετάντης έχει αυτογνωσία. Οσάκις ερωτάται «τι είναι ποίηση» θεωρεί καθήκον του να μην εκφέρει τίποτε υποδεέστερο από ένα: «Η Ποίηση είναι η γλώσσα του ύψιστου υπερβατικού…». Ή ένα: «Η Ποίηση είναι η μόνη έκφραση του μόνου Εγώ». Και σ’ όσους τον κοιτάξουν δύσπιστοι, τους απαντά επιτιμητικά – με τη στραβή ματιά του μυημένου.
Στη στάση του έναντι του κοινού ο ντιλετάντης είναι τσεκουράτος. Φωνάζει παραστάτη του τον Χαίλντερλιν και στηλιτεύει τον «μικρόψυχο καιρό».
Οι αναγνώστες σήμερα; Είναι απαράδεκτοι, βάρβαροι, όχλος! Α, η αμορφωσιά, το επίπεδο, οι εκδότες, τα μπεστ-σέλερ…
Πολιτικά ο ντιλετάντης είναι καθωσπρέπει. Κοσμοπολίτης απ’ την κούνια του, βδελύσσεται τη βαλκάνια επαρχία που του έλαχε. Σείει τον δείκτη του προτεταμένο όταν μιλούν για ελληνικότητες και τέτοια. Νοιάζεται για τους μετανάστες, τους φτωχούς, το κλίμα που παραζεσταίνεται, τα gender studies. Τα ποιήματά του διανθίζονται μ’ ευχές ειρήνης απ’ τους Μπητλς ή από τον Γκάντι.
Με μία λέξη, ο ντιλετάντης μας είναι ευτυχής. Ούτε καλύτερος ούτε χειρότερος από τη χώρα ή τη στιγμή όπου ζει, μες στην ανέμελή του αυτάρκεια δεν ξέρει από ευθύνες. Εναντι αυτών που τον διαβάζουν, λ. χ. Ή έναντι μιας παράδοσης ποιητικής αιώνων. Ή, έστω, της γλώσσας όπου γράφει. Αυτός κάνει το χόμπι του επιτέλους! Δεν ξέρει καν ότι παρασιτεί. Αλλά και να το γνώριζε, γιατί να ενδιαφερθεί; Ο ντιλετάντης δεν λογοδοτεί· γι’ αυτό είναι ντιλετάντης.
εφημερίδα “Καθημερινή”
Ημερομηνία δημοσίευσης 09-12-12
artworks : Brooke Shaden – Weightless (2009-11)

Έφυγε ο ποιητής και πανεπιστημιακός Μίμης Σουλιώτης

Έφυγε ο ποιητής και πανεπιστημιακός Μίμης Σουλιώτης

Πέθανε ο Μίμης Σουλιώτης, ένας ακρίτας των γραμμάτωνΠέθανε ο Μίμης Σουλιώτης, ένας ακρίτας των γραμμάτων
Υπέκυψε ύστερα από εξάμηνη μάχη με τον καρκίνο
Γεννημένος το 1949 με καταγωγή από την Πελοπόννησο και το Μοναστήρι της πρώην Γιουγκοσλαβίας είχε επιλέξει να ζει στη Φλώρινα και να «φροντίζει» τα γράμματα. Είχε σπουδάσει Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης. Μεταπτυχιακά έκανε στη  Βυζαντινή Φιλολογία στη Βουδαπέστη ενώ εκπόνησε το Διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. 
Είχε περάσει από πολλές δουλειές, μανάβης, φορτωτής ξυλείας, τυπογράφος αλλά βασικά ήταν ένας  ακρίτας, ένας πολιτιστικός πόλος από μόνος του. Πνευματικό τέκνο του Γ. Π. Σαββίδη και λάτρης του Καβάφη είχε  ιδρύσει το «Βαλκανικό Άσυλο Ποίησης στις Πρέσπες», εξέδιδε περιοδικά, βιβλία για τη Φλώρινα αλλά και την ποίηση, έκανε διαλέξεις, καλούσε συγγραφείς να μιλήσουν. Παράλληλα ήταν αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Νηπιαγωγών της Παιδαγωγικής Σχολής Φλώρινας του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και υπεύθυνος της βιβλιοθήκης του. 

Στη Φλώρινα στο πλαίσιο του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας οργάνωσε το πρώτο πιλοτικό πρόγραμμα δημιουργικής γραφής στα αγγλοσαξονικά πρότυπα με δίδακτρα και πολλούς καλεσμένους.
Είχε εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Σβούρα»,( Τραμ, 1972), «Ποιήματα εν παρόδω», (Τραμ, 1974), «Βαθιά επιφάνεια», (Κέδρος, 1992), «Αβγά μάταια», (Ερμής, 1998), «Περί ποιητικής», (Ερμής, 1999), «Υγρά», (Ερμής, 2000), «Ήλιος στην σκοτία», (Ερμής, 2001), «Παλιές ηλικίες», (Ερμής, 2002).   Τελευταία ποιητική του συλλογή ήταν η «Κύπρον , ιν ντηντ» (Μεταίχμιο, 2011). Στα  μη ποιητικά του έργα  περιλαμβάνονται τα : «58 σχόλια στον Καβάφη»,( Ύψιλον, 1993), «Οχτώ παραμύθια της Φλώρινας», (Φλώρινα, 1994), «Φλώρινα, μια πόλη στη λογοτεχνία», (Μεταίχμιο, 2002), «Αλφαβητάριο για την ποίηση», (Α.Π.Θ., Επίκεντρο, 1995), «Σκόρπια», (Gutenberg, 2001).
Ήταν υπεύθυνος της σειράς «Ανθολόγος Ερμής» των εκδόσεων «Ερμής», ιδρυτικό μέλος της Ένωσης Συγγραφέων Δυτικής Μακεδονίας και μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.
Ανακοίνωση εξέδωσε η Εταιρεία Συγγραφέων, της οποίας υπήρξε ιδρυτικό μέλος,  εκφράζοντας τα πιο θερμά της συλλυπητήρια στους οικείους του. Η εξόδιος ακολουθία θα τελεστεί αύριο το μεσημέρι στη Φλώρινα.

Σπάνιο Χειρόγραφο του Κώστα Μίχου (Ντοκουμέντο ΠΟΙΕΙΝ)



Σπάνιο Χειρόγραφο του Κώστα Μίχου (Ντοκουμέντο ΠΟΙΕΙΝ)

ΑΥΓ 31

Κατηγορία: Ακαδημία Ποιείν, καταχώρηση από: Σπύρος Αραβανής

(Πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση)
[Από το προσωπικό αρχείο του Μάνου Ελευθερίου]

Κώστας Μίχος, «644 Τ.Τ.Π.- Αύγουστος ‘62 ( παρά την Ελληνο- Γοιυγκ. μεθόριον)»
( Του Γιώργου Τσιρόγκα)
Το τραίνο των 12, το AUSTRIA’ EXPRESS θαρρώ,
σφύριζε… μιά, δυό, τρεις, ίσως τέσσαρες φορές μέσα στη νύχτα…
όταν έμπαινε στο θάλαμο ο “Γραφεύς της ημερισίας Διαταγής'
-Σέρνοντας μιαν απορία…
κάτι…
σαν αποτυχημένο “Επ’ ώμου'
ή τραγούδι.
Ο ' Γραφεύς της Ημερισίας Διαταγής'
με τα βαρειά βλέφαρα
και τα εικοσιτρία χρόνια.
Με το πακέτο των τσιγάρων στο χέρι
…σαν πρόφαση
ή αιτιολογικό αιτήσεως.
Ο Γραφεύς της Ημερισίας Διαταγής
με παγωμένο το χαμόγελο στα χείλη,
και το πεντακάθαρο,
το “αστράπτον', το “τέλειον' όπλο,
(όπως έλεγε ο λοχαγός…)
-Σαρκαστικό προσωπείο στην αδιακρισία μας-
…( Κείνη την εποχή η μανία του Βαρδάρη έδιωχνε τα σύννεφα.
Κι ήταν ακόμη Αύγουστος μήνας…)
(… Ο Αύγουστος του Γραφέα της Ημερισίας Διαταγής
έλεγαν οι φιλολογίζοντες του 644 Τ. Τ. Π.)
(Από τη συλλογή «Κβάντα και Αβαρή Ρευστά» Θεσαλονίκη 1969, 199 αντίτυπα εκτός εμπορίου, πηγή: http://giorgosmixos.blogspot.gr/2009/08/blog-post_6947.html)


***

Μάνος Ελευθερίου, «Κώστας Μίχος (1938-1974)»
Κώστα Μίχο γιατί κρύβεις τ’ όνομά σου;
Στα καφενεία που συχνάζεις δεν κατοικούν οι παντοκράτορες
Κώστας Καρυωτάκης γράφει κι η ταυτότητά σου,
πρίγκηπας επάγγελμα, πρίγκηπας για τη γενιά σου.
Παραμονεύουν οι φασίστες με τους ψευδομάρτυρες.
Κώστα Μίχο, σε ποιόν κρύβεις τ’ όνομά σου;
Μες στα ένδοξα Παρίσια δεν κερδίζεις τον παράδεισο.
Τη ξυραφιά του Ρεμπώ τη σκεπάζουν τα μαλλιά σου,
δεν φτάνουν όλα τα νερά της γης να πλύνουν το άγαλμά σου,
μια νεκροψία,-κι ύστερα το γαλανό πουκάμισο.
Κώστα Μίχο, μη μου κρύβεις τ΄όνομά σου.
Ένα κλαδάκι ουρανός ήταν μονάχα ο κλήρος σου.
Στις λοταρίες των ποιητών μια βρύση έλαχε στη μοιρασιά σου.
Της ζητιανιάς η φιλία ισορροπεί τη ζυγαριά σου,
στιχάκια ψίχουλα, μετάληψη και μύρο σου.
Κώστα Μίχο, μη μου κρύβεις τ’ όνομά σου.

****
Ο Κώστας Μίχος (Μιχαλόπουλος) γεννήθηκε το 1938 και αυτοκτόνησε το 1974. Εξέδωσε δυο ποιητικές συλλογές και δυο θεατρικά μονόπρακτα ανέβασε η Μαριέττα Ριάλδη με το θιάσό της.