Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2016

Κική Δημουλά: δεν έζησα τον έρωτα όσο ήθελα


Κική Δημουλά: δεν έζησα τον έρωτα όσο ήθελα Καλλιτέχνης: Ντίνος Πετράτος
«Είναι τόσο απίθανο πράγμα να συμπέσουν οι βαθμοί του αισθήματος ακριβώς ανάμεσα σε δύο ανθρώπους - παρά μόνο ενδεχομένως για μία στιγμή.
Μόνο. Από εκεί και πέρα έχουμε χάσματα και αυτό βοηθάει στο να μεγαλώνει το αίσθημα του ενός για τον άλλον, να μικραίνει το αίσθημα του άλλου για τον άλλον και να γίνεται αυτό το συναρπαστικό - είτε παιχνίδι είτε κυνηγητό είτε μαρτύριο, είναι οπωσδήποτε συναρπαστικό. Εάν ρωτήσεις, βέβαια, από πού έχω βγάλει αυτά τα συμπεράσματα, από πόσα όρη και βουνά ερώτων πέρασα, θα σου πω από ελάχιστα. Αλλά έχω μια εμμονή στο θέμα και στην αξία του θέματος και το γεγονός ότι δεν το εξάντλησα και δεν το έζησα ίσως όσο έπρεπε και όσο το ήθελα -ίσως και όσο ήμουν προορισμένη να το ζήσω-, αυτό με έχει κάνει να αισθάνομαι ολίγον μελετήτρια του θέματος και σαν να έχω μια πείρα· την οποία δεν έχω, αλλά πιστεύω ότι καλά προσανατολίζομαι στο πώς το σκέφτομαι, στο πώς διακρίνω την εξέλιξη και την αντοχή αυτού του αισθήματος. Η αντοχή του είναι πάρα πολύ μικρή. Το αποσταγμένο κέρδος αυτής της ιστορίας της ερωτικής και του αισθήματος είναι αυτός ο βασανισμός. Του ενός. (...) Υπάρχει εκεί ένα άλλο άγνωστο που δεν πρόκειται να δούμε ποτέ. Αυτό, όταν πάψεις να το κυνηγάς, έχεις πεθάνει. Εγώ αισθάνομαι πολύ πεθαμένη. Πώς να το κυνηγήσω; Με τα 77 μου έτη; Οση φαντασία και να βάλω, να διορθώσω τα δεδομένα και τις πραγματικότητες, ε, η καημένη δεν μπορεί να κάνει θαύματα».
«Η ευγένεια με κατέστρεψε»
«...βλέπω ότι είχα μια ευγένεια η οποία με κατέστρεψε. Έκλεισε το δρόμο στη ζωή μου. Υπέμεινα πράγματα που δεν θα έπρεπε να υπομείνω, με το αιτιολογικό μιας ευγένειας: ότι θα πίκραινα, θα πείραζα, θα αναστάτωνα των άλλων τη ζωή. Τελικά, έκανα μια αφαιρετική κατάσταση, να περιμένω να μου δοθούν τα πράγματα που επιθυμώ, χωρίς να θέλω να τα πάρω διά της βίας. Αλλά αυτό ήταν μια ήττα. Καθαρή ήττα. Και άδικα αυτός ο φίλος, σήμερα, χθες ή προχθές ή επί έτη, είτε είναι υπαρκτός είτε είναι η φωνή της συνειδήσεως, μου είπε ότι θέλω να καπελώσω τον κόσμο. Δεν θέλω καθόλου να καπελώσω τον κόσμο. Να καπελώσω έναν άνθρωπο, ναι, θα το ήθελα. Και αν ένας άνθρωπος είναι όλος ο κόσμος για μας κάποια στιγμή... Ναι, ναι, βεβαίως. Γιατί όχι; Αν εννοούσε ότι είναι πολύ ακατάλληλη στιγμή για να καπελώσω έναν άνθρωπο ή όλο τον κόσμο, θα του απαντούσα ότι δεν είναι καθόλου ακατάλληλη η στιγμή, εφόσον αναπνέω, σκέφτομαι, αισθάνομαι και επιθυμώ».
«Η νίκη ανήκει στους ηττημένους»
«Πιστεύω ότι η νίκη ανήκει στους ηττημένους. Ζούνε πολλά φοβερά πράγματα μέσα τους αυτοί που ηττώνται. Γιατί το αντέχουν. Επομένως, αφού το αντέχουν, είναι βαθύτεροι νικητές. Φαντάζομαι ότι ένα αποδεικτικό τού πόσων εκατομμυρίων ετών είναι η ζωή είναι η αντοχή των κακών ενστίκτων».
«Με το θάνατο συμπράττουμε»
«Το έχω δει, και το έχω πει, και θα το λέω, ως μότο και ως επωδό σε κάθε μου κουβέντα και σε κάθε μου πράξη: μισή ντροπή δική μου για ό,τι έκανα, μισή του θανάτου. Διότι συμπράττουμε. Σε ό,τι κάνω, εγώ και αυτός. Πες έγραψα κακά ποιήματα, φταίει η ηλικία, φταίει ότι φοβάμαι το θάνατο... Το αποτέλεσμα είναι μισό δικό μου και μισό του υπευθύνου. Και υπεύθυνος είναι ο θάνατος. Αν δεν ήταν να πεθάνω, θα ήμουν πολύ καλύτερα».
«Ένα διαρκές, γόνιμο παράπονο»
«Σήμερα κάποιος φίλος, έτσι ιδιόρρυθμος και κακός και α-συναισθηματικός, με είπε διεκδικητική, ότι θέλω να καπελώσω όλο τον κόσμο. Α, και είπε ότι μου αρέσει πάρα πολύ να κάνω το θύμα. Δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό, γιατί εγώ αισθάνομαι συνεχώς ένοχη. Πώς πάει αυτό μαζί; Πώς μου αρέσει να είμαι θύμα ενώ συγχρόνως είμαι ένοχη; Πάνε αυτά τα δύο μαζί; Περπατάνε; Και ένοχος και θύμα; Δεν μου ήταν ποτέ εύκολο να συνεννοηθώ με άνθρωπο, ούτε μπορούσα να καταλάβω γιατί δεν με κατάλαβαν οι άνθρωποι. Ούτε μπορούσα να καταλάβω γιατί ήταν τόσο διαφορετικοί από εμένα. Αυτό βέβαια ήταν πάρα πολύ αφελές από τη μεριά μου. Αλλά και πολύ χρήσιμο. Γιατί με είχε σε μια διαρκή ταραχή και σε μια διαρκή διαμαρτυρία και σε ένα πολύ γόνιμο παράπονο».
Δηλαδή, αν σας καταλάβαιναν οι άνθρωποι, δεν θα γράφατε ποιήματα; (ακούγεται off η φωνή της Κατερίνας Πατρώνη (δημιουργός ντοκυμαντέρ αφιερωμένο στη Κική Δημουλά).
«Νομίζω ναι. Πρώτα-πρώτα, αυτό θα με έκανε να παραιτηθώ από το να προσπαθώ να τους καταλάβω εγώ. Προσπαθώ να καταλάβω αυτόν που είπε ότι μου αρέσει να είμαι θύμα. Άραγε, από πού το είδε αυτό; Μπορεί να περάσω δυο-τρεις μέρες με αυτήν τη σκέψη. Δεν είναι λοιπόν άσχημη η πλάνη που δημιουργείς στον άλλον ή το χάσιμο. Εγώ πάντως, πρέπει να σου πω, ότι μάλλον υπήρξα θύμα, με την έννοια ότι με κατέβαλαν πάρα πολύ οι συμπεριφορές των άλλων. Μόνο κατά τούτο. Δεν με κατέβαλαν συντριπτικά. Δεν με ακολούθησε η συνέπεια σε όλη μου τη ζωή, ούτε τη διαμόρφωσα. Αλλά την ώρα που συνέβαινε, με καταρράκωνε».
«Έπρεπε να έχω ωριμάσει»
«Είμαι λίγο θυμωμένη, όπως αντιλαμβάνεσαι. Μ' εμένα. Διότι έπρεπε να έχω ωριμάσει. Να μην απορώ με τίποτα».
«Η ποίηση έχει τη λύπη της απορίας»
«Το ερώτημα είναι αν παρηγορεί η ποίηση. Παρηγορεί, με το να αποσπά την προσοχή της λύπης του αναγνώστη από την αιτία της. Και να την παρασύρει να προσηλωθεί σε μια άλλη μορφή λύπης, που δεν είναι υστερική, που δεν είναι πιεστική, που δεν βιάζεται να βιωθεί, που δεν έχει υπερβολές και ουρλιαχτά. Και αυτή είναι η λύπη της απορίας. Η ποίηση έχει τη λύπη της απορίας. Εάν ο αναγνώστης πάρει αυτό το πράγμα -και όχι να του αρέσει η ποίηση διότι παρηγορήθηκε που έχασε έναν άνθρωπο ή έναν έρωτα-, τότε έχει ωφελήσει η ποίηση. Αλλιώς, είναι μια θεραπεία, ένα σκεύασμα για εξωτερική επάλειψη μόνο».
«Τι ψάχνω;»
«Ψάχνω έναν βαθουλό άνθρωπο για τη σούπα μου. Αυτό ορίζει πάρα πολύ καλά την ηλικία μου, τις λίγες απαιτήσεις μου και πόσο δυσεύρετο είναι ένα απλώς βαθουλό πιάτο».
Της Όλγας Σελλά (απόσπασμα συνέντευξης το 2010, από το περιοδικό «Κ» της Καθημερινής)

Πηγή: duende-bite.blogspot.gr

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

Ήχοι από άρπες μαγικοί… στη κοιλάδα των ονείρων,

Ήχοι από άρπες μαγικοί…
στη κοιλάδα των ονείρων,
αρμονία, υπερκόσμια μελωδία,
τις σκέψεις ταξιδεύουν, νοερά
σε κόσμους... εξωτικούς.
Η νύχτα έγινε φωτόλουστη…
απ' την ολόλαμπρη σου παρουσία,
με χάδι αιθέριο αγγίζω το κορμί σου,
καθώς μες στ' αστρικά σου μάτια, θωρώ...
την συμπαντική ολότητα.
Εσύ που ήρθες στη καρδιά μου…
αφού πρώτα σ’ αντίκρισα γυμνή,
στα αστρικά τα όνειρα μου…
πάνω σε δυο ίππους να ‘ρχεσαι…
με καβαλάρη τον ήλιο,
τα μεταξένια σου μαλλιά…
βαμμένα ήταν στο χρώμα της αγάπης,
κι από αστερόσκονη πλασμένα…
στη νεραιδοχώρα μια φορά,
από την δροσοπηγή των χειλιών σου
μέλι χρυσοκίτρινο έσταζε…
και γίνονταν λέξεις αμάραντες
βγαλμένες απ’ τα άδυτα της ψυχής.
Τα μάτια μου πότε δε θα κλείσω…
μπρος στην ολόλευκη θωρία κι αρετή,
αγνάντεμα μαγευτικό, στη νεραϊδένια ύπαρξη,
καθώς το χέρι σου τ' απαλό βαστώ…
καθότι ποτέ να μη σε χάσω…
στα μονοπάτια των παθών.
Νεράιδα μου, αγία οπτασία…
θέα μου κι ευλαβική λατρεία,
υποκλίνομαι με σέβας, δοξαστικά
στην ανυπέρβλητη σου ομορφιά…
και στην αστείρευτη γοητεία,
μες στου απείρου την καρδιά.

© Πάρης Παπανικολάου

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015

Ονομάζομαι Μαγδαληνή






Oνομάζομαι Mαγδαληνή. τρεις ζω ζωές. τρεις λάμες ζωής είμαι ζωσμένη. έχω έναν έρωτα-περίστροφο στον κρόταφο. τον καίω με φωτιές. με βλέψεις ιερές τον διαβάζω. τον καταπίνω με επιθυμίες άφθαρτες. κάθε που πονώ σπαράγματα τυλίγουν το μυαλό. π' αναδίδει ομίχλη και σκιές. που πυρά και στάχτες σκορπίζει. 
ο καιρός της ομίχλης σαν έρχεται βυθίζομαι. μέσα της αθέατη βυθίζομαι. η ομίχλη είναι για να τη βαδίζεις αναδιφώντας. ν’ απλώνεις τα χέρια σου και τα κρυμμένα της ν' αγγίζεις. να σε στηρίζει. ως το κόκκαλο να σε ποτίζει. να φυτρώνουν στο κεφάλι σου μαλλιά ανταριασμένα. σύννεφα μαύρα καταιγίδας. να φυτρώνουν στο κεφάλι σύννεφα. τα βράδια της ομίχλης στο παράθυρο κάθομαι. βλέπω τις σκιές. αυτών που πολύ αγάπησα μα που τώρα έχουν πεθάνει. άλλοι έρχονται κολλάνε στα τζάμια το πρόσωπο. με κοιτούν ανήσυχοι για λίγο. άλλοι έρχονται μέσα στο δωμάτιο. άλλοι τραβούν κατά την ανατολή. σ’ ένα σπίτι αγέρωχο πηγαίνουν. τυλιγμένο με κισσούς και κόκκινα φυλλώματα. μου γνέφουνε οι αγαπημένες σκιές. κοντοστέκονται στην είσοδο και γνέφουνε. κάποια νύχτα ομιχλώδη θα ξεχαστώ και θα τις ακολουθήσω. τα πόδια μου θα πατήσουν το χώμα το υγρό. θα ρίξουνε ρίζες βαθιές. δέντρο αειθαλές θα κορμιάσω. θα φυλλώσουν και θ’ ανθίσουν τα χέρια μου. θα πίνω νερό απ’ την πηγή της λήθης. θα φιλιώσω με τους δαίμονές μου. το δαιμόνιο γένος μονάχα μελέτημα θα γίνει. 
σαν έρχεται ο καιρός της σκιάς από μοβ ανεμώνες βρίθω. κοίτα τα πέταλά μου. κοίτα τους κάμπους μου. την ανυπόμονη καρδιά μου. βλέπεις; παιδί νάρκη. γυναίκα ουρανός. διχαλιάζει η γλώσσα μου σαν φίδια την τρώνε. δροσίζονται τα μάτια μου σκιές σαν τα δαγκώνουν. άλλοτε η θάλασσα σύννεφα. άλλοτε τρικυμία ο ουρανός. σαν μ’ αρπάζει στον ύπνο η σκιά φωνές ακούω. στα πόδια μου δεν έχω θάλασσα. στο κεφάλι δεν έχω ουρανό. μόνο κάτι πουλιά ξεχασμένα έρχονται να κοιμηθούν στις παλάμες μου. που σαν τα βλέπω αναστατώνομαι. μου ξυπνούν τη νοσταλγία των μεγάλων ταξιδιών. λίγο πριν ξημερώσει τα φτερά τους μου χαρίζουν και φεύγουν περπατώντας. 
τις μέρες της πυράς και της στάχτης στέκει η θάλασσα δεξιά. αριστερά οι σκιές. στέρνες πηγάδια στοές συθέμελα τρίζουν. αντάρα ο κόσμος όλος. κρύβεται ο ήλιος. καπνοί παίρνουν σχήμα άμαξας. την σέρνουν άλογα εφτά. έρχεται λέγω. καταφτάνει ο δια πυράς μου θάνατος. τις ώρες τούτες σε γλωσσοκοπία καταδικάζονται οι σοφοί προφήτες. μια μυστική αγέλη καταραμένων τους δρόμους γεμίζει. σύναξη στις πλατείες γίνεται των ασεβών. που σέρνοντας έρχονται. ντυμένοι τα σκισμένα. τις μέρες της πυράς η τρίμορφη ζωή μου στάχτη γίνεται. αναγεννιέται πάλι τις νύχτες τις ολόφωτες. από ρωγμές ανάμεσα. ταξιδεύει. συναντιέται με τις σκιές που ξεγλιστρούν αθόρυβα στους δρόμους. 
ονομάζομαι Μαγδαληνή. πιστέψτε με. ως λάμες τρεις ζω τις τρεις ζωές μου.

Τα νερά των βροχών - Βίκυ Δερμάνη


dermani27.jpg
Αλέξιος Μάινας
 
 
Εκκρεμότητες


Μαύρες τουλούπες καπνού
σκεπάσανε την πόλη
ένα κορίτσι με μάτια πελώρια
τρέχει στα σύννεφα
ένας γέρος κρύβει ψίχουλα ξερά
στις διαλυμένες τσέπες του
φτάνουν ως το λιμάνι
φτάνουν ως τα πλοία
ως τα ξάρτια φτάνουν
οι μαύρες τουλούπες καπνού
που σκέπασαν την πόλη

καιροφυλακτούσες έχιδνες
κατέλαβαν τους δρόμους
κλίβανοι διοξίνης απλώθηκαν
στων βουνών τους πρόποδες
ακρωτηριασμένα δελφίνια
στης θάλασσας το ρίγισμα
κλαίνε απαρηγόρητα
αφήνοντας πίσω τους
εκκρεμότητες κι αφρούς


Στην τρύπα ενός αυτιού


Τη νύχτα κείτεσαι  ασάλευτος
απορημένα κοιτώντας ολόγυρα
μη γνωρίζοντας μην κατανοώντας
γιατί αφέγγιστη του άδικου η σφαίρα
γιατί γεννήθηκες δούλος αλώνητος
πώς κόκκινο το πάτωμα βάφτηκε
πού πήγαν άραγε τα τόσα πιάτα
τα τόσα ραγισμένα ποτήρια
γιατί η ανάσα σου μυρίζει θυμάρι
γιατί τα ρούχα έτσι παράξενα παλιώσανε   
γιατί οι κάλτσες τρύπες γινήκανε λαγών

θυμάσαι πως εδώ δεν είναι η χώρα των θαυμάτων
σαν ξημερώματα τα μάτια σου ληθαργικά περνάνε
από το πτώμα της Αλίκης στη χώρα των τραυμάτων
από τα λείψανα μιας πεταλούδας άσπρης και ωραίας
τότε που τα πόδια τα ξύλινα ριζώνουν και πονούν
που το στόμα οργισμένα φτύνει των ανέμων τις φωνές
τότε που πέφτεις μόνος σου στην τρύπα ενός αυτιού


Το χέρι και η κόρη


Λύκοι ως νικητές στεφανηφόροι
επευφημούμενοι απ’ της αγέλης τα πλήθη
τα κοφτερά τους δόντια δείχνανε
σ’ ένα φεγγάρι χλωμό και φοβισμένο
σε τοίχο κάτασπρο ένα πουλάκι κόκκινο
του ξίφους μάθαινε την τέχνη
απ’ το παράθυρο εν μέσω της νυχτός μια κόρη
τα ποδοβολητά άκουγε των μανιασμένων ταύρων

έβλεπε η κόρη η ως ρόγα σταφυλιού ατρύγητη
στου δρόμου τη γωνιά ένα μάτι να παραμονεύει
μια κανάτα να χύνει κρασί στη μεγάλη λεωφόρο
ένα γραμμόφωνο στη μέση να περιστρέφει τον ήλιο
από μπροστά του να περνούνε τρεις διαβάτες
ρίχνοντας στον δίσκο τον τσίγκινο ό,τι προαιρούνταν
ο ένας διαβάτης περνά και ρίχνει ένα δάχτυλο
ο άλλος ρίχνει λίγα ξερά βερίκοκου κουκούτσια
ο τελευταίος απ’ τους τρεις ρίχνει το τεχνητό του πόδι

λίγο μετά απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
χέρι έρημο πήδηξε στο δωμάτιο
την κόρη αγκάλιασε σφιχτά
και έτσι μαζί ξαπλώσανε στο ξέστρωτο κρεβάτι


Η Βίκυ Δερμάνη ζει κι εργάζεται στην Αθήνα. Έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές: Πάνε χρόνια που σαν αγρίμι (ΑΩ 2009), Λέξεις βρύα της ψυχής (ΑΩ 2010), Με μια φλόγα όπως πάντα (ΑΩ 2012), Πικροί ως άψινθος καρποί (ΑΩ 2013), Έρωτας κραταιός ως θάνατος (ΑΩ 2014).

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015

στην Κ. vol.2υπαρχεις;

στην Κ. vol.2

σε ειδα.ησουν παλι εκει.πιστη σε ενα ραντεβου που δε δοθηκε ποτε.σε μια αορατη συναντηση.το πληθος απομακρυνεται.το μονο που παραμενει ειναι η μορφη σου.απιστευτο.    ερχονται ωρες που φτανω στο σημειο να αμφισβητω ακομα και την υπαρξη σου.ειναι περιεργο.σαν να μας ενωνει καποια αορατη κλωστη.η σχεση μας βασιζεται πληρως στην τυχαιοτητα.ομως δε μπορω να εξηγησω με τιποτα αυτη τη σιγουρια.τη σιγουρια πως οταν κλεισω τα ματια μου θα εισαι ξανα εκει.υπαρχεις;

chaos



Μια σκέψη.Μία απλή σκέψη,μπορεί να αλλάξει όλη σου τη ζωή.Κάθε σκέψη,είτε αυτή προέρχεται απ' το συνειδητό,είτε απ'το υποσυνείδητο,είτε ακόμα κι απ'το ασυνείδητο αποτελεί την πηγή μίας πράξης.Μία πράξη που με τη σειρά της έχει συνέπειες.Οι οποίες με λογική ή άλλες φορές όχι τόσο συνέχεια επιφέρουν το αποτέλεσμα.Ένα αποτέλεσμα που άλλες φορές είναι ασήμαντο και άλλες καθοριστικό για τη ζωή σου..Ένα αποτέλεσμα που δε θα ήταν ίδιο αν δεν είχες κάνει τη σκέψη.Ή την πράξη.Τα πάντα έχουν μία ροή.Βασίζονται σε μία συνέχεια.Φαντάσου τα σαν ένα ποτάμι.Το κάθε τι,όσο μικρό κι αν φαίνεται,μπορεί να αλλάξει μια για πάντα αυτή τη ροή.Αυτή λοιπόν είναι η θεωρία του ΧΑΟΥΣ.
 

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

Η επιλογή είναι απλά στο χέρι μας......





Υπάρχει ένα μακρινό μέρος που λέγεται Τσάγια στην κεντρική Ταϋλάνδη, κοντά στα σύνορα με τη Μαλαισία. Στη μέση μιας μεγάλης λίμνης βρίσκεται ένα νησί και πάνω του ένα βουδιστικό μοναστήρι. Δεν έχουν νερό και αναγκάζονται να το φέρνουν με βάρκες από τη στεριά και να το φυλάνε σε ένα τεράστιο βαρέλι.

Σε αυτό το μοναστήρι διηγούνται οι βουδιστές μιαν ιστορία.

Έχεις δουλέψει πολύ σκληρά όλη την ημέρα και γυρίζεις καταδικασμένος να πιεις από  αυτό το πολύτιμο νερό που ξέρεις ότι δεν πρέπει να το σπαταλήσεις άδικα. Ανοίγεις το βαρέλι, σκύβεις με την κουτάλα σου και βλέπεις μέσα ένα μυρμήγκι. Γίνεσαι έξω φρενών. Του λες: "Πώς τολμάς να βρίσκεσαι μέσα στο βαρέλι μου, κάτω από τη σκιά του δέντρου μου, στο νησί μου, μέσα στο νερό μου;" Και λιώνεις το μυρμήγκι. Εγωισμός!

Ή σκέφτεσαι καλύτερα και λες: "Κάνει πολλή ζέστη σήμερα και αυτό είναι το πιο δροσερό μέρος του νησιού. Δεν πειράζει που είσαι μέσα στο νερό μου". Μαζεύεις με την κουτάλα σου νερό γύρω από το μυρμήγκι και πίνεις. Ανεκτικότητα!

Και μετά , ο δάσκαλος, πρόσθεσε: "Υπάρχει κι ένας άλλος δρόμος: η μη δέσμευση. Ξέρεις ποιος είναι αυτός; Τη στιγμή που ανοίγεις το βαρέλι σου και βλέπεις το μυρμήγκι δε σκέφτεσαι τι είναι καλό, κακό, σωστό ή λάθος. Αυθόρμητα δίνεις στο μυρμήγκι λίγη ζάχαρη". Αυτό είναι Αγάπη!

Καταρράκτες ποταμού Νέδα στην Ηλεία

(..)Δεν αγαπάς για να σου ανταποδώσουν την αγάπη σου. Αγαπάς για να αγαπάς! Το κάνεις γιατί είναι φυσικό να απλώσεις το χέρι σου και να δώσεις στο μυρμήγκι λίγη ζάχαρη.

Έχασες τίποτα;;;;;;;;;;

Λεό Μπουσκάλια κεφάλαιο "Γέφυρες και όχι φράγματα". "Να ζεις, να αγαπάς και να μαθαίνεις" ( εκδόσεις Γλάρος )